Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Νικόλας Άσιμος

Νικόλας Άσιμος «Είμαι πληνθέτης.Όπου οι άλλοι τοποθετούν συν και λέγονται συνθέτες,εγώ τοποθετώ πλην» Στις 20 Αυγούστου του 1949, γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη ένας άνθρωπος που έμελε να χαράξει μια ξεχωριστή καλλιτεχνική πορεία. Το όνομα αυτού, Νίκος Ασημόπουλος, που το άλλαξε σε Νικόλας Άσιμος. Κατάφερε μάλιστα να εκδοθεί αστυνομική ταυτότητα με αυτό το όνομα και την αναγραφή ως θρήσκευμα το: «Άνευ θρησκεύματος». Αυτά έγιναν όμως πολύ αργότερα, γύρω στο 1986, όταν έκανε αίτηση για έκδοση ταυτότητας, αφού την πρώτη, του την είχαν κρατήσει στην Ασφάλεια, σε κάποια από τις πολλές «επισκέψεις» του εκεί. Με την ευκαιρία αυτή να πούμε ότι το «Άσιμος» προέρχεται από το «Ασημόπουλος». Η γραφή του όμως με γιώτα, όπως είχε πει ο ίδιος ο Νικόλας (έτσι ήθελε να τον αποκαλούν), υποδηλώνει αυτόν που δεν πλησιάζεται (σιμώνεται) και αυτόν που δεν μπορείς να του δώσεις κάτι (να τον σιμώσεις). Ας γυρίσουμε όμως ξανά στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Μέχρι την ηλικία των δεκαοχτώ, έζησε με την οικογένεια του στην Κοζάνη όπου ήταν και η ιδιαίτερη πατρίδα του. Οι μαρτυρίες των συγγενών του μιλάνε για ένα ανήσυχο παιδί που το χαρακτήριζε η φιλομάθεια και η περιέργεια. Από τις ίδιες πηγές γνωρίζουμε ότι έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στα γραπτά του Γεωργίου Σουρή. Στα χρόνια της εφηβείας του, ασχολήθηκε τόσο με τον αθλητισμό όσο και με την καλλιτεχνία εκφρασμένη μέσα από θεατρικές παραστάσεις, που λάμβανε μέρος, όσο και μέσα από ποιήματα που έγγραφε.Το 1967 δίνει εξετάσεις και καταφέρνει να περάσει στην Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Στο υπόγειο της Φιλοσοφικής, μαζί με άλλους, αναδημιουργούν το «Φοιτητικό Θέατρο» και καταφέρνουν να ανεβάσουν λίγες παραστάσεις με έργα του Αριστοφάνη, του Μολιέρου και του Μένανδρου. Τα χρόνια εκείνα έμαθε, μόνος του, να παίζει κιθάρα και άρχισε να δημιουργεί τα πρώτα του τραγούδια. Τραγούδια που τα ερμήνευε σε μπουάτ της συμπρωτεύουσας. Αυτά τα τραγούδια σε συνδυασμό με την αντίδραση του στην λογοκρισία, ήταν η αιτία της «γνωριμίας» του με τους ασφαλίτες της Χούντας. Η δικτατορία του Παπαδόπουλου έλαβε τέλος κάποια στιγμή, και μαζί της τελείωσε και η παραμονή του Νικόλα του Άσιμου στην Θεσσαλονίκη. Το 1974 ο Νικόλας έχει έρθει στην Αθήνα και ξεκινά να παίρνει μέρος στα καλλιτεχνικά δρώμενα της Πρωτεύουσας. Στην αρχή με την συμμετοχή του στην θεατρική παράσταση «Τσιρκολάνοι» του Γιώργη Χριστοφιλάκη και κατόπιν με εμφανίσεις σε διάφορες θεατρικές και μουσικές σκηνές. Σε αυτούς τους χώρους συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων οι (αλφαβητικά αναφερόμενοι): Ανδριανός, Γκαιφύλιας, Ζουγανέλης, Ζωγράφος, Λήδα, Μουζακίτης, Μπουλάς, Πανυπέρης, Σπυρόπουλος, Τζαβέλλας, Τόλης, Τραντάλης, Φιλίνη, Φινίκης, Χαρβάς, κ.α. Εκτός των μαγαζιών εμφανίστηκε σε πολλές συναυλίες και εκδηλώσεις με την «Exarchia Square Band» που ήταν δημιούργημα του. Ανοίγοντας μια παρένθεση σε αυτό το σημείο, να αναφέρουμε ότι η ερωτική σχέση του με την Λίλλιαν Χαριτάκη έφερε στον κόσμο την κόρη του Λίλλιαν - Κυριακή, το 1976. Ο Νικόλας ήταν ακριβώς το αντίθετο του τύπου ανθρώπου που ονομάζουμε «οικογενειάρχη», και έτσι αυτή η σχέση δεν οδηγήθηκε σε γάμο. Ζώντας έξω από τις συμβατικές κοινωνικές δομές, δεν υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία παίρνοντας απαλλαγή για ψυχολογικούς λόγους (στο απολυτήριο του αναφέρεται ακριβώς ως: «Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου»).Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην αλλά και για να μπορέσει να προωθήσει την δουλειά του, άνοιξε το 1983, ένα μικρό μαγαζί στην οδό Καλλιδρομίου 53, στα Εξάρχεια. Στο πίσω μέρος του μαγαζιού αυτού, υπήρχε ένα δωμάτιο όπου ήταν το σπίτι του Άσιμου. Στο μαγαζί αυτό πούλαγε βιβλία, παιχνίδια, κοσμήματα και αντικείμενα που έφτιαχναν διάφοροι φίλοι του αλλά και τις δικές του κασέτες με τα τραγούδια του που ηχογραφούσε σε στούντιο γνωστών του. Εκτός από αυτό το μικρό μαγαζάκι, το εμπόρευμα του το πουλούσε και στους δρόμους όπου γυρνούσε με ένα ποδήλατο, πάνω στο οποίο είχε προσαρμόσει ένα καφάσι. Πριν επιστρέψουμε στις κασέτες του, να αναφέρουμε ότι ο Νικόλας έγραψε και ένα βιβλίο, γύρω στο 1981, με τίτλο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους». Το βιβλίο αυτό το έκδωσε και το κυκλοφόρησε ο ίδιος σε λίγα αντίτυπα. Στις κασέτες, λοιπόν, που ηχογραφούσε και πωλούσε μόνος του, έχει αποτυπωθεί το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής καλλιτεχνικής δημιουργίας του Νικόλα του Άσιμου. Οι οκτώ αυτές κασέτες είναι:
000001 – Κασέτα με το βαρέλι (που για να βγει το σπάει)000002 – Είμαι παλιάνθρωπος000003 – Γιατί φοράς κλουβί000004 – Κλάστε ελευθέρως000005 – Ο σάλιαγκας000006 – Η ζαβολιά000007 – Πάλι στην ξεφτίλα000008 – Στο φανάρι του Διογένη
Η ιδιόμορφη αρίθμηση (με πέντε μηδενικά στην αρχή) των κασετών ήταν επιθυμία του ίδιου του δημιουργού. Στην κασέτα «000008 – Στο φανάρι του Διογένη» τραγουδά μαζί του η Σωτηρία Λεονάρδου που πρωταγωνίστησε στο «Ρεμπέτικο» του Κ. Φέρρη.Ο Άσιμος όμως έκανε και εμφάνιση στην δισκογραφία μέσω εταιριών. Η πρώτη τέτοια εμφάνιση είναι ο δίσκος «Ρωμιός - Μηχανισμός», το 1975. Ακολουθεί ο δίσκος «Νικόλας Άσιμος – Ξαναπές Ο» το 1982 στον οποίο συμμετέχουν η Χαρούλα Αλεξίου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Τρίτη και τελευταία εμφάνιση του είναι στο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου «Χαιρετίσματα» το 1987, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται τα εξής πέντε τραγούδια του Άσιμου: «Καταρρέω», «Αγαπάω κι αδιαφορώ», «Θα ‘ρθω να σε βρω», «Θα νικήσουμε» και «Ο σάλιαγκας κι ο μάλιαγκας».Σε ένα δρόμο καλλιτεχνικής δημιουργίας και συνεχούς διαμαρτυρίας για τα κακώς κείμενα της εποχής του περπατούσε ο Νικόλας Άσιμος. Στα τελευταία όμως μέτρα αυτού του δρόμου, αντιμετώπισε ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία εντάθηκαν με την κατηγορία για βιασμό μιας κοπέλας, το 1987. Για την κατηγορία αυτή οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού από τις οποίες βγήκε με χρηματική εγγύηση. Με την δίκη να εκκρεμεί, η υπόθεση αυτή ανατέθηκε σε τακτικό ανακριτή για την διαλεύκανση της.Όλα αυτά φόρτισαν την ψυχή του Νικόλα. Μια ψυχή που εγκατέλειψε το σώμα του στις 17 Μαρτίου 1988. Αποφάσισε να τελειώσει ο ίδιος την 39χρονη πορεία του στον κόσμο, που «χρωμάτισε» με τους στίχους και την μουσική του. Το λιπόσαρκο σώμα του ιδιαίτερου αυτού καλλιτέχνη, αποχαιρέτησαν, με ένα τραγούδι του, συγγενείς και φίλοι στο νεκροταφείο της Καλλιθέας.
Παρακάτω θα βρείτε τους τίτλους των τραγουδιών του Νικόλα του Άσιμου στις οκτώ κασέτες που παρήγαγε και πουλούσε ο ίδιος:
000001 – Κασέτα με το βαρέλι (που για να βγει το σπάει)Την κυκλοφόρησε το 1978Πλευρά Α:1. Μηχανισμός2. Ρωμιός3. Παπάς4. Τιράντες5. Σιορ Ιδιοκτήτης6. Βαρέλι, πιάστηκα σκοινί κορδόνι7. Θα το δείξει ο καιρός
Πλευρά Β:1. Δεν πα να μας χτυπάν2. Θανάσαινα3. Έλα κουτέ (στίχοι Αργύρης Μαρνέρος)4. Καλέ στρατιώτη5. Σαν θα με καλέσει η πατρίδα6. Μην καρτεράτε7. Παράτα τα
000002 – Είμαι παλιάνθρωποςΤην κυκλοφόρησε το 1979Πλευρά Α:1. Ουλαλούμ (στίχοι Γιάννης Σκαρίμπας)2. Σαν τα παραμύθια3. Σχιζοφρενοβλαβίωση4. Η γαλανόλευκος
Πλευρά Β:1. Είμαστε τρομοκράτες2. Κουρδιστέ χαμάλη3. Να μην αρχίσεις να ξεφτάς4. Γιουσουρούμ
000003 – Γιατί φοράς κλουβίΤην κυκλοφόρησε το 1979Πλευρά Α:1. Της κολοφωτιάς2. Της επανάστασης3. Χαμογέλα
Πλευρά Β:1. Με μπαταρία2. Μόρο3. Μαραθωνοδρόμος (στίχοι Αργύρης Μαρνέρος)4. Ιδιαίτερος χαβάς
000004 – Κλάστε ελευθέρωςΤην κυκλοφόρησε το 1979Πλευρά Α:1. Πανηγύρι2. Ματογυάλια3. Την αντίσταση βαρέθηκα4. Μου λες πως σε παραμελώ (μουσική Νίκος Δεληγιάννης)
Πλευρά Β:1. Πουτσομουνοσονάτα - Αμανές Mουνακόπουτσα2. Στων συντρόφων μου τις μύτες3. Το φανάρι4. Παράτα τα
000005 – Ο σάλιαγκαςΤην κυκλοφόρησε το 1986Πλευρά Α:1. Καυσαεριώδεις θυμιάσεις (Η αρκούδα)2. Χάνι μπάνι3. Λάντζα γιόγκα4. Στην πιο σκληρή σου φάμπρικα5. Δεν αποκαρδιώθηκα6. Ο σάλιαγκας7. Καμιά φορά
Πλευρά Β:1. Δεν μου ‘χει μείνει φωνή2. Blues μπουζ3. Μου βγήκες στο μπαλκόνι4. Παξιμαδάκι5. Όλα τα ‘χαμε
000006 – Η ζαβολιάΤην κυκλοφόρησε το 1986Πλευρά Α:1. Σταυραϊτέ2. Τη φάτσα μου την έδειξαν3. Θα σου κλέψω το σακάκι4. Ο άτριχος πίθηκος5. Στο φαλημέντο
Πλευρά Β:1. Τα αδιέξοδα σου2. Πινακωτή3. Ο μπουμπούνας4. Η ζαβολιά5. Βενσερέμος6. Όλοι δηλώνετε ιδιότητα
000007 – Πάλι στην ξεφτίλαΤην κυκλοφόρησε το 1986Πλευρά Α:1. Είσαι παιδί ωραίο2. Τα βλαχαδερά3. Δωμάτιο στο Άμστερνταμ4. Ούζα5. Τι πα να πει γυναίκα6. Πάλι στην ξεφτίλα
Πλευρά Β:1. Τραβεστί2. Μάρα3. Σε ζελοφάν4. Σα το Δευκαλίωνα5. Πως θες να πάμε μαζί
000008 – Στο φανάρι του ΔιογένηΤην κυκλοφόρησε το 1987Πλευρά Α:1. Μπαγάσας2. Πανηγύρι3. Ουλαλούμ (στίχοι Γιάννης Σκαρίμπας)4. Λίνα5. Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις6. Τρομοκράτες
Πλευρά Β:1. Πας φιρί - φιρί2. Ωιμέ3. Εγώ με τις ιδέες μου4. Μπαταρία5. Γιουσουρούμ6. Πολεμάτε κοιμισμένα7. Το φανάρι του Διογένη
«Αναζητώντας Κροκανθρώπους», του Νικόλα Άσιμου Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, έκανα κι εγώ ως έφηβη την επανάσταση μου. Επανάσταση του καναπέ βέβαια, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να το πούμε (θα είναι το μυστικό μας – ΟΜΕΡΤΑ που λένε και οι γείτονες εκ δυσμάς). Προσπάθησα να γνωρίζω τι συμβαίνει στον αναρχικό χώρο εκείνη την εποχή. Γνώριζα μόνο ένα όνομα: Νικόλας Άσιμος. Αργότερα, και προσχωρώντας βαθύτερα στον αναρχικό χώρο έμαθα και ένα τραγούδι του: «Μπαγάσας» (είχα τουλάχιστον την τσίπα να μάθω και τα λόγια, όχι μόνο τον τίτλο).
Αφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια.Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λιβάδια.Να ξαναγίνω καβαλάρης και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ.Για δεν υπήρξα κατεργάρης,και την χρειάζομαι τη χάρη σου μωρέ.
Ρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω.Μιαν ανάσα γυρεύω για να γιάνω.
Πως θα μπορούσα όμως να μάθω για τον Νικόλα αν δεν διάβαζα το βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκανθρώπους»; Ένα βιβλίο που έγραψε και κυκλοφόρησε ο ίδιος το 1981. Τότε το βιβλίο κυκλοφορούσε με δυσκολία (δεν είχε την υποστήριξη εκδοτικών οίκων) αλλά αρκετοί κατάφεραν να το βρουν και περισσότεροι κατάφεραν να το διαβάσουν. Έτσι ένα αντίτυπο, χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια, που λέει και ο ποιητής.Αυτό που σε ξαφνιάζει για μια στιγμή στην αρχή είναι ότι αναφέρονται δύο συγγραφείς: ο Νικόλας Άσιμος και ο Σαλόκιν Σόμισα. Μάλιστα υπάρχει και μια αφιέρωση του πρώτου προς τον δεύτερο που λέει: «Τούτο το βιβλίο το αφιερώνω στον Σαλόκιν Σόμισα, στον άνθρωπο που μούδωσε τη γνώση στο να κάτσω να το γράψω και να το τυπώσω». Μετά βέβαια παρατηρείς ότι το «Σαλόκιν Σόμισα» είναι το «Νικόλας Άσιμος», γραμμένο ανάποδα! Ναι, όντως έχεις κάτι του Νικόλα στα χέρια σου. Ας ξεκινήσουμε όμως την ανάγνωση…
Δεν το πιστεύω, να με χλευάζεις,σαν σε χαζεύω, δε χαμπαριάζεις,πρότεινε μου κάποια λύση,δε θα σου παρακοστίσει.Και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια,με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.Για το χαμένο μου αγώνα,που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να το κλαιν.
Στις αρχές του βιβλίου ο Νικόλας ξεκαθαρίζει πως αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του. Χαρακτηριστικά αναφέρει:«Συχνά σα με ρωτούσανε αν είμαι καλλιτέχνης εγώ απάνταγα πως ναι, αλλά δεν κάνω τέχνη. Προσπαθώ να δημιουργήσω τις συνθήκες για να κάνουμε και τέχνη». Και όντως αυτό έκανε σε όλη του την ζωή. Χρησιμοποιούσε την μουσική σαν ένα όχημα. Ένα όχημα πάνω στο οποίο φόρτωνε τις ιδέες, τις εμπειρίες και τις αγωνίες του και τις μοίραζε στον κόσμο. Έκανε τέχνη όχι για να κάνει τέχνη αλλά για να αλλάξει αυτούς που γίνονταν κοινωνοί της τέχνης του.Αυτό προσπάθησε να κάνει και με το βιβλίο του. Μας ταξιδεύει σε μια περίοδο της ζωής του που αρχίζει με τα φοιτητικά του χρόνια στην Θεσσαλονίκη και τελειώνει στις αρχές της δεκαετίας του ’80 που κυκλοφόρησε το βιβλίο. Μας ταξιδεύει γράφοντας στίχους από τα τραγούδια του, περιγράφοντας περιστατικά από την ζωή του και χαρίζοντας μας μερικές από τις ιδέες και τους προβληματισμούς του.
Αφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους.Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους.
Αναρχικός ο Νικόλας, με την κανονική έννοια του όρου και όχι με αυτήν που τείνει να λάβει τα τελευταία χρόνια. Πως αντιλαμβάνεται ο ίδιος τους νόμους; Αναφέρει σε κάποιο σημείο:«Όπως και τότες που θυμάμαι μπήκα μια φορά στον ηλεκτρικό καπνίζοντας τσιγάρο. Πετάγεται μια κλώσσα, μια καρακάξα γκιόσα και μου λέει να το σβύσω γιατί απαγορεύεται. "Κυρία μου", της λέω, “εάν σας ενοχλεί το τσιγάρο θα το σβύσω, γιατί δε θα τόθελα ποτέ να ενοχλώ το διπλανό, αλλά ετούτο το 'απαγορεύεται' ποτέ δεν το κατάλαβα, ποτέ μου δε το χώνεψα. Καθότι το μυαλό μου είναι λειψό και φτάνει μέχρι τόσο”. "Απαγορεύεται", μου λέει, "Είναι διαταγή εκ της Αστυνομίας", και "θα καλέσω την Αστυνομία, χίπυ, αλήτη, γύφτε βρωμερέ. Και μίασμα της κοινωνίας».Θέλει να κάνει κάτι επειδή το επιλέγει ο ίδιος και έχοντας κατά νου ότι η ελευθερία του ενός, σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Στους νόμους δεν έτρεφε όπως είδαμε και ιδιαίτερη εκτίμηση. Ιδιαίτερη εκτίμηση όμως δεν έτρεφε και για την πλειοψηφία των συνανθρώπων του. Να πως μας το φανερώνει ο ίδιος:«Τα ζώα μπορεί να φωνάζουνε και να μπλακώνονται στις μπουνιές. Ποτέ όμως δε χρησιμοποιούν τη σπιουνιά, τους μπάτσους, ή άλλα συγγενή ζώα για να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές, πράγμα που συνηθίζεται στην κοινωνία των ανθρώπων, που δεν είναι δυστυχώς ζώα. Η κοινωνία των ανδρών είναι σιχαμερή. Η κοινωνία των γυναικών το ίδιο. Ζήτω η κοινωνία των παιδιών και των ζώων όχι όλων. Αυτών που δεν έχουν αποχτήσει ακόμη ανθρώπινες συνήθειες».
Πως να ξεφύγω από τη μοίρα,κι έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ.Για δεν υπήρξα κατεργάρης,και θα το θες να με φλερτάρεις γαλανέ.
Πηγή γνώσεων για την ζωή του Άσιμου το βιβλίο του αλλά και για τα καλλιτεχνικά δρώμενα της εποχής. Μας μιλά για το «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», ένα σχήμα που θα ανέβαζε παραστάσεις στο «Ζωντανό Καφενείο» το Νοέμβρη του 1974. Τρεις παραστάσεις κατάφεραν να παίξουν γιατί τσακώθηκαν και το διαλύσανε. Ο Νικόλας όμως μας μεταφέρει τους διαλόγους του έργου και έτσι κατάφερε να «παίζεται» κάθε φορά που κάποιος διαβάζει το βιβλίο του.Λίγο παρακάτω μας μιλά για το «Πολιτικό Καφενείο». Έτσι ονόμασαν την ομάδα τους μερικοί καλλιτέχνες που έδιναν δωρεάν παραστάσεις σε γειτονιές της Αθήνας, σε εκδηλώσεις, αλλά και σε απεργίες προσπαθώντας να δημιουργήσουν τις συνθήκες ώστε να μπορούν να κάνουν τέχνη.
Ρε μπαγάσα περνάς καλά κει πάνω.Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.Κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις,ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις.Κι ότι σου 'ρθει κατεβάζεις,μη θαρρείς πως με ταράζεις.
Αναρχικός ο Νικόλας ο Άσιμος αλλά και ειρηνιστής. Δεν θεωρούσε την άσκηση βίας ως την λύση των προβλημάτων. Μια και μοναδική φορά «απείλησε με όπλο» συνανθρώπους του, τον Μάιο του 1978. Ας τα πει όμως ο ίδιος καλύτερα:«Όπως τότε που πήγαιναν τον Κυρίτση στον Ανακριτή (για κείνα τα 8 μπουκάλια) έτσι έλεγα εγώ και δε θα μας χώσουνε και μέσα για 8 μπουκάλια. Και πήγα μ’ ένα πλαστικό αυτόματο που έκανε βζουν-βζουν (ήταν απ' αυτά τα διαστημικά). Και πέφταν κάτω Ασφαλίτες και Δημοσιογράφοι όταν γονάτισα στα ξαφνικά και πυροβόλαγα...».
Γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια,με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.Για το χαμένο μου αγώναπου τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.
Θα ‘θελα να κλείσω αυτή την αναφορά στο βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» του Νικόλα του Άσιμου με δύο στροφές από δύο ποιήματα – τραγούδια του. Η πρώτη από το «Το Βαρέλι» επειδή είναι πολύ εύστοχη και η δεύτερη από το «Μπαταρία», έτσι για αντίο στον Νικόλα.
«Ωνάσης σημαίνει να πας στα μπουζούκια, να τα σπας αγκαλιά με τον Τέλη το Σαβάλας και να κάθεσαι μετά στο Κολωνάκι στις κοσμικές ταβέρνες, και να τρως λαϊκώτατα σκορδαλιά».
«Για κοιτάξτε με σακάτη - ένα έχω μόνο μάτι.Μου ρουφήξατε το αίμα - μα αλογόκριτο έχω βλέμμα.Αποφασισμένος πάντα - στην προσωπική μου μπάντα.Την ψυχή μου δεν πουλάω - και το δρόμο μου τραβάω.»

Σημείωση: Οι στίχοι ανάμεσα στο κείμενο είναι από το τραγούδι του Νικόλα: "Μπαγάσας".

Δεν υπάρχουν σχόλια: