βιβλία της Κατερίνας Γώγου
* Τρία κλικ αριστερά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978
Μεταφράστηκε στα Αγγλικά ("Three clicks left") από τον Jack Hirschman και κυκλοφόρησε στην Αμερική to 1983, από τις εκδόσεις "Night Horn Books" του San Francisco. (Night Horn Books, 495 Ellis Str., Box 1156, San Francisco, CA 94102)
* Ιδιώνυμο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1980 * Το ξύλινο παλτό, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-0292-8, 1η έκδοση 1982 * Απόντες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1986 * Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1988 * Νόστος, Εκδόσεις Λιβάνη, 1η έκδοση
Μεταθανάτιες κυκλοφορίες
* Με λένε Οδύσσεια, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-3227-4, 1η έκδοση 2002 * Νόστος, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-3796-9, Επανέκδοση 2004 Βιβλία για την Κατερίνα Γώγου
* Βιργινία Σπυράτου: Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 1η έκδοση 2007
Δισκογραφία
* Ποιήματα από ήδη εκδοθέντα βιβλία της χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του (πρώην συζύγου της) Παύλου Τάσσιου "Παραγγελιά" (με υπόθεση βασισμένη στην ιστορία του Νίκου Κοεμτζή). Η μουσική της ταινίας, που έγραψε ο (μετέπειτα διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος) Κυριάκος Σφέτσας και επένδυσε τα εν λόγω ποιήματα, κυκλοφόρησε σε δίσκο (ΕΜΙ-1981) με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ".Λίγο μετά το θάνατό της η EMI-Minos κυκλοφόρησε το δίσκο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ" σε CD (remastered ADD) το 1995.
Κυκλοφόρησε σε CD και το 2006 (σε περιορισμένα αντίτυπα) στη σειρά "Αποκλειστικές Επανεκδόσεις" των "Metropolis".
Φιλμογραφία (ως πρωταγωνίστρια)
* Το βαρύ πεπόνι (1977) - σκηνοθεσία: Παύλος Τάσιος .... Τούλα * Παραγγελιά (1980) - σκηνοθεσία: Παύλος Τάσιος * Όστρια, το τέλος του παιχνιδιού (1984) - σκηνοθεσία: Ανδρέας Θωμόπουλος Υπόλοιπη φιλμογραφία
* Ο άλλος (1952) * Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο (1959) .... Λαζάρου * Νόμος 4000 (1962) .... Κλειώ * Η ψεύτρα (1963) .... Ντόλυ * Γάμος αλά ελληνικά (1964) * Δεσποινίς διευθυντής (1964) * Κάλλιο πέντε και στο χέρι (1965) .... Μπέτυ Κωνσταντέα * Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα (1965) .... Παγώνα * Μια τρελή, τρελή οικογένεια (1965) .... Σίσυ * Ο τρελός τα 'χει τετρακόσια (1968) * Η ωραία του κουρέα (1969) * Αγάπη για πάντα (1969) * Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση; (1971)
Πριν μιλήσουμε για την Κατερίνα Γώγου σας προτείνουμε να κατεβάστε καινα ακούστε μελοποιημένους στίχους της που συνήθως υπάρχουν στην ιστοσελίδα της Εξέγερσης)
Η οργή, το πάθος και παράλληλα η απέραντη ευαισθησία που εκπέμπει η φωνή της τα λένε όλα.
Η Κάτερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940 και έδωσε τέλος στην ζωή της το 1993.Κάποιοι στίχοι της"Πάει. Αυτό είταν.Χάθηκε η ζωή μου φίλεμέσα σε κίτρινους ανθρώπουςβρώμικα τζάμιακι ανιστόρητους συμβιβασμούς.'Αρχισα να γέρνωσαν εκείνη την ιτιούλαπου σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.Είναι το γαμώτο που δεν έζησα".Στο σύντομο διάστημα της ζωής της εκδίδει τις ποιητικές συλλογές "Tρία κλίκ αριστερά "1978, "Ιδιώνυμο"1980, "Το Ξύλινο Πάλτο"1982, "Απόντες"1986, "Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών"1988, "Νόστος"1990.
Μερικοί χαρακτηριστικοί στίχοι της:Από το "ΙΔΙΩΝΥΜΟ" 1978Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοιμες τους ανθρώπους... τα περίπτερα πως κρυώνουνε απ΄τις βρεγμένες εφημερίδεςο ουρανόςπως τρυπιέται στα καλώδιακαι το τέλος της θάλασσαςαπό το βάρος των πλοίωνπόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλεςστο τελευταίο δρομολόγιοκαι το λάθος εκείνου που κατέβηκεστην πιό πρίν στάσητα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριοκαι τη ντροπήσουύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτάπως να τα ζητήσειςπως τσούκου τσούκουαργά μεθοδικάμς αλοιώνουνενα καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωήαπό το στύλ της καρέκλας...
____________________________________Η μοναξιά...δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτιατης συννεφένιας γκόμενας.Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστακουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιώνκαι στα παγωμένα μουσεία.Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών "καλών" καιρώνκαι ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάςμενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκιαβοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούςκι ασορτί εσώρουχα.Η μοναξιά.Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιάκαι μετριέται πιάτο-πιάτομαζί με τα κομμάτια τουςστον πάτο του φωταγωγού.Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουράΜπουρνάζι - Αγ. Βαρβάρα - ΚοκκινιάΤούμπα - Σταυρούπολη - ΚαλαμαριάΚάτω από όλους τους καιρούςμε ιδρωμένο κεφάλι.Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμιακάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγήςβάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησίαείναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακέςίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτεςπουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσαστα σκλαβοπάζαρα της γης - εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-ξυπνήστε πρωί.Ξυπνήστε να τη δείτε.Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτατο γερμανικό νούμερο στους φαντάρουςκαι τα τελευταίαατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝστα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλοπου ξεπουλάν τη φάρα τηςχορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικοκρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια τηςένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.Η μοναξιάη μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέωείναι τσεκούρι στα χέρια μαςπου πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει
___________________________________________________Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιάπού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιώνΕξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.Κάνουν ότι λάχει.Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειώνφτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμουςδιερμηνείς σε καμπαρέ τής Ζήνωνοςεπαγγελματίες επαναστάτεςπαλιά τούς στρίμωξαν και τά κατέβασαντώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούναλλά βλέπουν όνειρα και δέν κοιμούνται.'Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμέναστις ταράτσες παλιών σπιτιώνΕξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένιαμανταλάκιατις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνιασημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίεςαπειλητικές σιωπές κολπίτιδεςερωτεύονται ομοφυλόφιλουςτριχομονάδες καθυστέρησητο τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνοσπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.Κάνουν ό,τι λάχει.Ολο ταξιδεύουν οι φίλοι μουγιατί δεν τούς αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή."Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμαγιατί τούς ρημάξατε το κόκκινογράφουνε σε συνθηματική γλώσσαγιατί ή δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει.Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματαστα χέρια σας. Στο λαιμό σας.Οι φίλοι μου.
______________________________________________________Τα σύνορα της πατρίδας μουΤα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνεαπ τα ψητοπωλεία του Μινιόνπερνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα ...Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωήστριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλεςτους στρώνει στο " Θανάση " σημαδεμένη τράπουλα από χέριτους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδεςκαι μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνιΖόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανατα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμοώσπου μια μέρα - Παρασκευή μπορεί -τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλουςκαρφώνουνε τον αντρισμό τουςτους φέρνει καπάκικι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκομε το μαντήλι που σκουπίστηκανένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρωπνίγουν με ισόβιαφωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικέςθάλασσες Παναμαικές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριεςκαι τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδεςτο ξεχειλωμένο μαγιώ απ το περίπτεροκαι την τσατσάρα - πουτάνα ζωή - μαγκιά τους στο πλάι- κανείς δεν ξέρει- κανείς δεν είδε19 20 21 χρονώ και τέλος .
_________________________________________________Σ' ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΣΑΝΕ Σ' ΟΣΟΥΣ ΚΡΑΤΑΝΕΚουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματαπεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρόςστο σκοτεινό θάλαμο της γηςμε ισκιωμένο το μυαλόαπ' το ξέφρενο κυνηγητότης ασάλευτης πορείας των άστρωνοι τελευταίοιαπόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τουςθυσίαστην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών .Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπήςσκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις. .
__________________________________________ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΑνάμεσα σ' αυτές /λέγω/ τις ξυραφισμένες εγκοπέςόπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονοματίζουνμάτιαεκεί όπου υπάρχει φυτρωμένος ένας μικρός τάφινος + σταυρόςκαι μιαμεγάλη γυναίκα καταθλιπτική με μαύρα γυαλιάκι ένα καφέ λουρί σκύλου στο χέρισπάνε εκεί τις τελευταίες μέρες μουμεγάλα σκοτεινά νερά σταλμένα από δυνάμεις σκοτεινέςκαλώντας με να προχωρήσω...Μπρούμυτα πεθαμένοι με σακάκια ανε6αίνουν σταυρωτάμέσα από τα νεράτάματα μπούστο πρησμένακολλάνε σα πεταλίθρες στο πίσω μέρος του κρανίου μουεκεί όπου αρχίζει το τριχωτόν μου /πεινάνεείναι πεινασμένοι όλοι τους /καταλα6αίνετε/ θέλουν να ζήσουνκό6ουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιέςτην τελευταία μου κοινωνική μου άμυνααυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουνμυαλό μουγι ' αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δενφο6άμαι δεν 6λέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαιείμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσαθα προχωρήσω.
____________________________________________________Η ζωή μας είναι σουγιάδεςΣε βρώμικά αδιέξοδαΣάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμετην ίδια διαδρομήΞευτίλα - μοναξιά - απελπισίαΚι ανάποδαΕντάξει δεν κλαίμε. ΜεγαλώσαμεΜονάχα όταν βρέχειβυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μαςΚαι καπνίζουμε….Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…
______________________________________________________Τρία κλικ αριστερά..1, (αποσπάσματα).Καλημέρα γιατρέ μου.Μη.Μη σηκώνεστε. Άλλωστε δεν έχω τίποτα σοβαρό.Τα γνωστά.Γράψτε βάλιουμ μαντράξ στεντόν τριπτιζόλ - ξέρετε τώρα εσείς -Κάντε με κοινωνικό πρόσωποβολέψτε με τέλος πάντων με τους ομοίους σαςπεράστε με στους χαφιέδες σαςπηδήξτε με αν θέτεωραίες οι γκραβούρες στους τοίχους σας.Τσάκω τώρα στα σβέλτα το χιλιάρικοκαι φέρ’ τη συνταγήγιατί τέρμα η υπομονή μου παλιόπουστεκι όπου νάναι θα εκραγεί.Μη. Μη σηκώνεστε γιατρέ μου. Δεν είναι σοβαρό.Ευχαριστώ.Καλημέρα σας.
______________________________________________Θα 'ρθει καιρόςπου θ' αλλάξουν τα πράγματανα το θυμάσαι Μαρίαθυμάσαι Μαρία στα διαλείμματαεκείνο το παιχνίδι που τρέχαμεκρατώντας τη σκυτάληΜη βλέπεις εμένα μην κλαιςεσύ είσαι η ελπίδαΆκου, θα 'ρθει καιρόςπου τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούςδε θα βγαίνουν στην τύχηδεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστέςμε γερμένους απ' έξωκαι τη δουλειά θα τη διαλέγουμεδε θα 'μαστε άλογανα μας κοιτάνε στα δόντιαΟι άνθρωποι, σκέψου,θα μιλάνε με χρώματακι άλλοι με νότεςνα φυλάξεις μοναχάσε μια μεγάλη φιάλη με νερόλέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :απροσάρμοστοι, καταπίεση,μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμόςγια το μάθημα της ΙστορίαςΕίναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,δύσκολοι καιροί και θα' ρθουνε κι άλλοιδε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλάτόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέωκι απ' όσα διάβασα ένα κράτησα καλάΣημασία έχει να παραμένεις άνθρωποςΘα την αλλάξουμε τη ζωή...παρ' όλα αυτά Μαρία
___________________________________________________________Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύείναι μη γίνω "ποιητής"Μην κλειστώ στο δωμάτιον' αγναντεύω τη θάλασσακι απολησμονήσω.Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μουκι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤμαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσεγια να με χρησιμοποιήσει.Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμαγια να κοιμίζω τους δικούς μου.Μη μάθω μέτρο και τεχνικήκαι κλειστώ μέσα σε αυτάγια να με τραγουδήσουν.Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντάτις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέροςμη με πιάσουν στην κούρασηπαπάδες και ακαδημαϊκοίκαι πουστέψωΈχουν όλους τους τρόπους αυτοίκαι την καθημερινότητα που συνηθίζειςσκυλιά μας έχουν κάνεινα ντρεπόμαστε για την αργίαπερήφανοι για την ανεργίαΈτσι είναι.Μας περιμένουν στη γωνίακαλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.Ο Μάρξ...τον φοβάμαιτο μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόναυτοί οι αλήτες φταίνεδεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτόμπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...
Κατερίνα Γώγου
'Ασπρη είναι η αρία φύληη σιωπήτα λευκά κελιάτο ψύχοςτο χιόνιοι άσπρες μπλούζες των γιατρώντα νεκροσέντοναη ηρωίνη.Αυτά λίγο πρόχειραγια την αποκατάσταση του μαύρου.
Το Ξύλινο Παλτό - Κατερίνα Γώγου - Εκδόσεις Καστανιώτη - 1η έκδοση 198213.Κυριακή. Ιανουάριος '85. Πως σε λένε;...
Κά νω προ σπά θει α να <<γράψω>>...Του λόγου μου το αληθές, όταν διαβάζεις αυτές τις [γραμμέςΘα 'ναι να 'χω πετάξει.Στις αράδες μου μπλέκονται αγριοφράουλες και [βατομουριέςχιλιόμετρα που πέφτουν επάνω μου δε μ' αφήνουν να [προχωρήσω...Αυτός ο κατακερματισμένος μανδύας, σκισμένος από [αέρηδεςκι από βροχές, αυτός ο άσπρος σταλαγμίτης το σώμα μουμπλέκεται μέσα στα ανυπόδετα πόδια μου, εκθέτει τη [χωρίςανθρώπινη ανταπόκριση ψυχή μου.Κάνω προσπάθεια να γράψω...Οι δρόμοι της πολυαγαπημένης πόλης μου, φίδια τώρα [τησ γνώσηςμου παραδώσανε της πόλης τα κλειδιά, με εκπαιδεύσανε [με μάθανεόσο με σφίγγουνε ν' ανοίγομαι, τώρα με σφίγγουνε, [ανοίγω...Τώρα σε λίγο δε θα μπορέσεις να με πιάσεις πια, αν [μπορέσειςκυνήγα με, δε θα με βρείς στους δρόμους της πια, με [προφυλάνεμε κρύβουνε ανεβαίνω...Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό [ψηλάθα 'μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα πέφτω.Ίσως κάνω λάθις που θέλω να γράψω για να κρατηθώ.είναι ίσως γιατί νωμίζω πως δεν πρόλαβα να πώ [Ευχαριστώκι αντί για πεφτάστρο που πρέπει να γίνω και να χαθώσαν άνθρωπος αντίθετα ακόμα να σκέφτομαικαι θέλω ρόδο αγάπης να γίνω...
ΚΑΤΕΡΙΝΑΑπόντες - Κατερίνα Γώγου - Εκδόσεις Καστανιώτη - 1η έκδοση 1986(4)
Και ήρθε -και χάμω- στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή
-εκεί ακούμπησα-
κι έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.
Ο Μήνας των Παγωμένων Σταφυλιών - Κατερίνα Γώγου - Εκδόσεις Καστανιώτη - 1η έκδοση 198814
Καλημέρα γιατρέ μου. Μή. Μή σηκώνεστε. Άλλωστε δεν έχω τίποτα σοβαρό.Τα γνωστά.Γράψτε βάλιουμ μαντράξ στεντόν τριπτιζόλ - ξέρετε τώραεσείς -Κάντε με κοινωνικό πρόσωποβολέψτε με τέλος πάντων με τούς ομοίους σαςπεράστε με στους χαφιέδες σαςπηδήξτε με άν θέτεωραίες οι γκραβούρες στους τοίχους σας.Τσάκα τώρα στα σβέλτα το χιλιάρικοκαι φερ' τη συνταγήγιατί τέρμα η υπομονή μου παλιόπουστεκι όπου να 'ναι θα εκραγεί.Μή. Μή σηκώνεστε γιατρέ μου. Δεν είναι σοβαρό. Ευχαριστώ.Καλημέρα σας.
Τρία Κλικ Αριστερά - Κατερίνα Γώγου - Εκδόσεις Καστανιώτη - 1η έκδοση 1978ΣΠΟΝΔΗΣτo Σημείοπού όσο πλησιάζωαπομακρύνεταιΣτο Σημείοπού όσο σκοτεινιάζειαναδύεταιΣτο Σημείοπου κρατάω σrή χούφτα μουκι άμα πάω νά σ' το δείξωυδρατμόs αγάπης γίνεταικαί εξανεμίζεταιΣτο Σημείο που ονομάζω - Εσύ - Εγώ -εγγράφω όλους τους φόνουςποδοπατημένων χορταριών.Ν' άνθίσει.Απόντες - Κατερίνα Γώγου - Εκδόσεις Καστανιώτη - 1η έκδοση 1986
Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα … Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναί στη ζωή … Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω … Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό … Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά …Έχω ένα παράπονο… Άκου το. Ελεύθερος σκοπευτήςήταν ο Νικόλας Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζώσα είμαι εγώ…”.
Κατερίνα Γώγου: Εν αρχή ην ο πόνος Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι "ποιητές" έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω από όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες... Ας ξεμπερδεύω με τα βιογραφικά. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Από μικρή δούλεψε σαν ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φίλμς. Το πρώτο της βιβλίο με ποιήματα ήταν το "Τρία κλικ αριστερά" και βγήκε το 1978. Έβγαλε επίσης τα βιβλία "Ιδιώνυμο"(1980)," Το ξύλινο παλτό"(1982)," Απόντες"(1986)," Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών"(1988). Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστάκης, η Κατερίνα ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες και γι΄αυτό σπάνια θα δείτε να αναφέρονται σε αυτήν στα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης. Αυτοκτόνησε το 1993 με χάπια σε ηλικία 53 χρονών... Ακολουθούν κάποια από τα ποιήματα της...
25 ΜΑΪΟΥ
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα βγω στους δρόμους όπως και χτες. Και δεν θα συλλογιέμαι παρά ένα κομμάτι από τον πατέρα κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα -αυτά που μ' άφησαν- και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. Και τους φίλους μας που χάθηκαν. Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα ίσα ολόισα στη φωτιά και θα μπω όπως και χτες φωνάζοντας "φασίστες!!" στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες μ' ένα κόκκινο λάβαρο ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο. Θ' ανοίξω την πόρτα και είναι -όχι πως φοβάμαι- μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα και πως εσύ πρέπει να μάθεις να μην κατεβαίνεις στο δρόμο χωρίς όπλα όπως εγώ - γιατί εγώ δεν πρόλαβα- γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ "έτσι" "αόριστα" σπασμένη σε κομματάκια από θάλασσα, χρόνια παιδικά και κόκκινα λάβαρα. Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα χαθώ με τ΄όνειρο της επανάστασης μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται, μες την απέραντη μοναξιά των χάρτινων οδοφραγμάτων με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!- Προβοκάτορας.
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς. Κάνουν ότι λάχει. Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος επαγγελματίες επαναστάτες παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα για να κοιμηθούν αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται. Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα στις ταράτσες παλιών σπιτιών Εξάρχεια Βικτόρια Κουκάκι Γκύζη. Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες απειλητικές σιωπές κολπίτιδες ερωτεύονται ομοφυλόφιλους τριχομονάδες καθυστέρηση το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς. Κάνουν ότι λάχει. Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει. Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα στα χέρια σας. Στο λαιμό σας. Οι φίλοι μου.
Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω "ποιητής" Μην κλειστό στο δωμάτιο ν' αγναντεύω τη θάλασσα κι απολησμονήσω. Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις. Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε για να με χρησιμοποιήσει. Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα για να κοιμίζω τους δικούς μου. Μη μάθω μέτρο και τεχνική και κλειστώ μέσα σε αυτά για να με τραγουδήσουν. Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος μη με πιάσουν στην κούραση παπάδες και ακαδημαϊκοί και πουστέψω Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί και την καθημερινότητα που συνηθίζεις σκυλιά μας έχουν κάνει να ντρεπόμαστε για την αργία περήφανοι για την ανεργία Έτσι είναι. Μας περιμένουν στη γωνία καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι. Ο Μάρξ... τον φοβάμαι το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν αυτοί οι αλήτες φταίνε δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...
Σ' ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΣΑΝΕ Σ' ΟΣΟΥΣ ΚΡΑΤΑΝΕ Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος στο σκοτεινό θάλαμο της γης με ισκιωμένο το μυαλό απ' το ξέφρενο κυνηγητό τις ασάλευτης πορείας των άστρων οι τελευταίοι απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους θυσία στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών. Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε. κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...
Η ελευθερία μου είναι στις σόλες των αλήτικων παπουτσιών μου. Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω. Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει. Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε την ώρα που απαυτωνόσαστε την ώρα που κάνετε το χρέος σας στα παιδιά σας, στο σωματείο σας την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα πως τρώτε αυγολέμονο και τρώτε σκατά μπορώ και περπατάω, με τα αλήτικα παπούτσια μου πάνω από τις στέγες σας -όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς- δεν πιάνετε το κανάλι μου μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας η ελευθερία σας είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας "θαύμα, θαύμα" αυτά τα παπούτσια ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται όταν εγώ καθαρίσω από εδώ θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν, όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο. Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας θα έρθει η ώρα που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο "συνοδοιπόροι" και "αποστάτες" να βάψετε τα δικά σας μα η μπογιά δεν θα πιάνει ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.
Θαρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. Να το θυμάσαι Μαρία. Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη -μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα. ?κου θάρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς δε θα βγαίνουν στην τύχη Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές με γυρμένους απέξω Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε δε θάμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα κι άλλοι με νότες. Να φυλάξεις μονάχα σε μια μεγάλη φιάλη με νερό λέξεις και έννοιες σαν και αυτές απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός για το μάθημα της ιστορίας. Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. Και θαρθούνε κι άλλοι. Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά- τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: "Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος". Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ' όλα αυτά Μαρία.
Καμμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις. Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις. Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς. Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε φορά που ακούω "Κατερίνα" τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον. Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο Στόχος το νου σου ε;
μέ λένε ΟΔΥΣΣΕΙΑ - Κατερίνα Γώγου
[εκδόσεις καστανιώτη, αθήνα 2002]
Καίτη καίτοι εν ειρήνη.
Με λένε ΟδύσσειαΔέκα [σχεδόν] χρόνια χωρίς την Καίτη του "Εφιάλτη" και των ανέμελων ελληνικών κωμωδιών. Το νευρόσπαστο που έγινε στρίγγλα του εαυτού της. Το ανικανοποίητο αειπετές πνεύμα που δεν μπόρεσε να βολευτεί μέσα 'στην τηλεοπτική μας θαλπωρή'. Η αναρχική ποιήτρια που έκανε "τρία κλικ αριστερά" [1978] του "ιδιώνυμου" [1980], που φόρεσε για χάρη της "το ξύλινο παλτό" [1982], που μετράει "Απόντες" [1986] και μένει μόνη πια στον "μήνα των παγωμένων σταφυλιών" μας [1988]. Η οδύσσεια θάταν η έβδομη ποιητική της συλλογή. Είναι το έβδομο σημάδι της σταλμένο σε μας απ' τον έβδομο ουρανό της αναγκαστικής της απογείωσης.
Διάλεξα και παραθέτω ένα πεζο-ποιήμα, απ' αυτά που την κρατούσαν δέσμια στη γη. Απ' αυτά που την πόναγαν και μόνο που τα σκέφτονταν. Που τη μάτωναν. Που ματώνουν και μας που δεν τα ζήσαμε, που δεν τα είδαμε ιδίοις όμμασι. Που απλά τα διαβάσαμε και μάλλον τα ξεχάσαμε.
Ε, Τάσιε;
Ο αγαπημένος, ο φίλος, ο σύντροφος, ο άντρας μου, ο πατέρας της Μυρτώς.Κυρίες και κύριοι, πιτσιρικάδες, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, φίλοι, εχθροί, πολιτικοί:Ο Παύλος Τάσιος.Τρίτους ρόλους εγώ, με συμβόλαιο τιμής, άσχετα από τους όρους, τότε στη Φίνος Φιλμ. Η πρώτη ταινία μου, χωρίς σύμβαση, ήταν του Αλέκου Σακελλάριου. Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο. Ο Σακελλάριος με είχε ανακαλύψει σε κάποιο, πιθανά, μπουλούκι, τη Νένα Νέζερ θυμάμαι και τον Ζαζά. Ή σε καμιά ταβέρνα με ορχήστρα, εκείνες τις αρχαίες, σαν παιδί-τέρας τραγουδίστρια, που δεν ξέρω τι και πώς πια με είχε ανακαλύψει ο τραγουδιστής Γιώργος Λουκάς. Ο Σακελλάριος με βοήθησε. Και τον ευχαριστώ.Γυριζότανε τότε λοιπόν, με σκηνοθέτη τον Γιάννη Δαλιανίδη, η Ψεύτρα. Στην πρωταγωνίστρια δεν άρεσα ποτέ, παρόλο που δεν ήμουνα ξανθιά...Κάπου είχα αργήσει για πρόβα ή γύρισμα κι ήμουνα στο καμαρίνι, όπου ήμαστε στριμωγμένες αρκετές. Ήρθε λοιπόν ο βοηθός του Δαλιανίδη να με φωνάξει.Τον φωνάζανε Παυλάκη, ήτανε και πιτσιρικάς και μικροκαμωμένος.Δεν ξέρω, αυτό το Παυλάκης που άκουγα μου τη βάραγε άσχημα.Αρχή έρωτα; Δεν ξέρω. Κολλήσαμε χωρίς να πάρουμε είδηση και φιλιόμαστε ώρα, αλλά Δε μας ένοιαζε που μας περίμεναν. ΕΡΩΤΑΣ. Είχε πολύ ευγενική φυσιογνωμία κι εμένα μου άρεσε εκτός από τον Τζέιμς Ντην κι ο Μοντγκόμερυ Κλιφτ. Ο Παύλος μού έμοιαζε κάπου σαν συμπεριφορά στον Ντην, στο χάσιμο στον Κλιφτ.Είχα σοκαριστεί από τη δουλειά που έριχνε, δούλευε από τα χαράματα, ερχόταν αργά τη νύχτα, ήμαστε ερωτευμένοι, δεν κοιμόμαστε. Χαράματα, δουλειά πάλι.Μού 'λεγε πως δούλευε λαμόγια, έκανε δηλαδή πως ψωνίζει γραβάτες για να μασήσουνε οι περαστικοί. Μού 'λεγε για κάποια βάρκα, μού 'λεγε πως κοιμότανε σε ταράτσα, μου είπε πως την είχε κοπανήσει πιτσιρίκι να φύγει έξω απ' τα σύνορα και βέβαια Θεσσαλονίκη.Αγαπηθήκαμε, ε, Τάσιε;
Πρώτο τελευταίο και κύκνειο απόσπασμα ναυαγίου
Με λένε Οδύσσεια.
Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανότο σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμοσχεδόν οριστικά τσακίσει.
Το τέλος του παιχνιδιού της το λέγαν όστρια.
Κώστας Γ. Καρδερίνης
"Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα … Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναί στη ζωή … Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω … Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό … Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά …Έχω ένα παράπονο… Άκου το. Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Νικόλας Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζώσα είμαι εγώ…”.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου